«Καλοί μου άνθρωποι, στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί»

Από τα χρόνια της Μακρονήσου στην επαγγελματική επιτυχία και στην καταξίωση. Μια εργοβιογραφία για τον λαϊκό ηθοποιό αλλά και για τη δύσκολη πορεία της ελληνικής κοινωνίας το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα…

Πρωτοεμφανίστηκε στην ταινία του Νίκου Κούνδουρου «Μαγική Πόλη» (1954). Πρώτη εμφάνιση στο θέατρο το 1954 σε επιθεώρηση του θεάτρου «Περοκέ». Έχει παίξει σε 120 κινηματογραφικές ταινίες, σε 52 από τις οποίες ως πρωταγωνιστής και από αυτές έχει σκηνοθετήσει (πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα) επτά ταινίες. Επίσης γύρισε 7 βιντεοταινίες , 2 τηλεταινίες και έχει πάρει μέρος σε 8 τηλεοπτικές σειρές.
Στην δεκαετία του ’60 ίδρυσε δική του εταιρεία και παρήγαγε πλήθος ταινιών που τις σκηνοθετούσε ο ίδιος ή ο Ντίνος Κατσουρίδης. Οι ταινίες αυτές δημιούργησαν τον θρύλο του που τον έκαναν τον πρώτο ακραιφνή ηθοποιό κωμωδίας του ελληνικού κινηματογράφου. Δημιούργησε τον τύπο του κατατρεγμένου λαϊκού ανθρώπου, του πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη, του καλοκάγαθου και πρόθυμου, του ονειροπόλου και προδομένου, του αιώνιου θύματος με την απεριόριστη αισιοδοξία.
Θεωρείται ένας από τους πιο δημοφιλείς κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου με την εξαιρετική παρουσία του του σε ταινίες, τηλεόραση και θέατρο.
Ο Βέγγος εισήγαγε στον κινηματογράφο ένα ιδιαίτερα δικό του στυλ, γεμάτο κωμικό οίστρο, αεικίνητο, ασθμαίνον.
Με τον Βέγγο ο ελληνικός κινηματογράφος, ο λεγόμενος λαϊκός, βρήκε τον ιδανικότερο τύπο του, μια μοντέρνα εκδοχή του Καραγκιόζη.

Ο Θανάσης Βέγγος γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο το 1927

Κατάγεται από τα Θολάρια της Αιγιάλης από την πλευρά της μητέρας του Ευδοκίας, του γένους Ιωάννη Σμυρνή. Η γιαγιά του η Μαρουλιώ ήταν πρακτική μαία στα Θολάρια της Αμοργού (Τα στοιχεία καταγωγής προέρχονται από την έκδοση «Επιφανείς Αμοργίνοι» 1983 του Συνδέσμου Αμοργίνων). Ηταν το μοναχοπαίδι του κυρ Βασίλη και της κυρα-Ευδοκίας που κατάφεραν να δώσουν στον Θανάση μόνο τις εγκύκλιες σπουδές. Ο πατέρας Βέγγος, υπάλληλος στο εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρίας στο Φάληρο, αγωνίστηκε επί Κατοχής για να το σώσει από την ανατίναξη που σχεδίαζαν οι Γερμανοί ­ οι μαρτυρίες λένε πως το εργοστάσιο σώθηκε χάρη στις προσπάθειες αυτού ακριβώς του ανθρώπου, ο οποίος στη συνέχεια απολύθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των αριστερών φρονημάτων του. Αλλά και ο Θανάσης αντιμετώπισε την εκδικητικότητα του κράτους: βρέθηκε στη Μακρόνησο, το κολαστήριο και τόπο μαρτυρίου για χιλιάδες αριστερούς φαντάρους αλλά και πολίτες.

Τάσος Κατράπας, Νίκος Κούνδουρος, Θανάσης Βέγγος.

Μακρόνησος 1949

Εκεί, στον κατ’ ευφημισμόν «νέο Παρθενώνα», ο νεαρός Θανάσης βίωσε τον εξευτελισμό, έμαθε να υπομένει, υιοθέτησε την αξιοπρέπεια ως στάση ζωής και ταυτόχρονα γνώρισε τη συντροφική αλληλεγγύη. Εκεί επίσης συνδέθηκε φιλικά με τον Νίκο Κούνδουρο, τον άνθρωπο που θα άλλαζε την πορεία της ζωής του.
Ηταν το 1953 όταν τον κάλεσε ο Κούνδουρος να παίξει στη «Μαγική πόληι», την πρώτη ταινία της καριέρας του: υποδύεται τον πωλητή λεμονιών στη λαχαναγορά, μέλος μιας παρέας νεαρών βιοπαλαιστών. Ο ήρωας λέγεται Θανάσης ; ο Βέγγος παίζει τον εαυτό του ;, όνομα που θα τον ακολουθεί στη συνέχεια σε πολλές άλλες ταινίες και θα μπαίνει αργότερα και στους τίτλους των ταινιών του («Ο Θανάσης, η Ιουλιέτα και τα λουκάνικα», «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;», «Θανάση, πάρε τ’ όπλο σου», «Δικτάτωρ καλεί Θανάση», «Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας» κτλ.), όταν βέβαια δεν μπαίνει το επώνυμό του («Είναι ένας τρελός τρελός Βέγγος», «Δόκτωρ Ζι-Βέγγος», «Ενας Βέγγος για όλες τις δουλειές»).

Στον «Δράκο», τη δεύτερη ταινία του Κούνδουρου, ο Βέγγος υποδύεται τον μπάρμαν σε ένα κέντρο διασκέδασης, ο οποίος είναι συγχρόνως και μπράβος του αρχηγού μιας συμμορίας απατεώνων. Εκεί θα φάει τις τρεις πρώτες θεαματικές φάπες, που θα ανοίξουν τους ασκούς της σφαλιάρας η οποία καταδιώκει τον Θανάση Βέγγο σε ολόκληρη την κινηματογραφική σταδιοδρομία του. Ετσι ο εκφραστικός ηθοποιός με τη φαλάκρα, το συμπαθητικό πρόσωπο, την αβέβαιη έκφραση, μπήκε δυναμικά στον χώρο του κινηματογράφου, χωρίς να έχει προϋπηρεσία στο θέατρο. Ηταν ένας ερασιτέχνης που για να επιβιώσει έκανε ένα σωρό δουλειές ­ κυρίως του φροντιστή σε ταινίες ­, δουλειές κοπιαστικές, επίπονες και γλίσχρα αμειβόμενες. Στη συνέχεια πήρε την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος, γράφτηκε στο σωματείο, έπαιξε στο θέατρο και πήρε σημαντικότερους ρόλους. Μολονότι συμμετείχε σε αρκετές ενδιαφέρουσες και ονομαστές ταινίες («Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη, «Ο Μιμίκος και η Μαίρη» του Γρηγόρη Γρηγορίου, «Ο Ηλίας του 16ου» του Αλέκου Σακελλάριου, «Μανταλένα» του Ντίνου Δημόπουλου, «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν, «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ» του Ροβήρου Μανθούλη, «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη, «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Το αίνιγμα» του Γιάννη Σολδάτου), ως κινηματογραφικός τύπος καθιερώθηκε από άλλες κωμικές παραγωγές όπου ενσάρκωνε τον μέσο Ελληνα: τον φουκαρά, τον γκαφατζή, τον αγαθό, τον περιδεή, τον αγχωμένο, τον κυνηγημένο, αλλά και τον καπάτσο.

Αυτό το παιδί για όλες τις δουλειές διαμόρφωσε έναν μοναδικό λαϊκό κινηματογραφικό ήρωα, ολοκληρωμένο και αναγνωρίσιμο, με σταθερά χαρακτηριστικά. Ο Βέγγος, δημιούργημα της ανάγκης για ρεαλιστική απεικόνιση του σύγχρονου Αθηναίου, στο πλαίσιο της φαρσοκωμωδίας, κινηματογραφικού είδους που συγκινούσε πλατιά στρώματα του ελληνικού λαού, ερμήνευσε τον άνεργο, τον πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη, τον τίμιο και εργατικό, τον αμήχανο και πολυμήχανο, που κάνει κάθε είδους δουλειά για να επιβιώσει. Σε αυτή την προσπάθειά του μετατρέπεται σε μια αεικίνητη φιγούρα, έναν κλόουν, έναν έλληνα Σαρλό, ή καλύτερα στον Καραγκιόζη αυτοπροσώπως. Ωστόσο η φαρσοκωμωδία δεν είναι ρεαλιστική, ξεφεύγει από τα όρια της πραγματικότητας, και ο Βέγγος βρίσκει την ευκαιρία να εισέλθει σε αυτήν ως υπερρεαλιστικό στοιχείο, να παλέψει με την πείνα και την ανασφάλεια, να φέρει τον κόσμο πάνω κάτω. Για να το επιτύχει αυτό στην εντέλεια έπρεπε να περάσει στη σκηνοθεσία, μα και στην παραγωγή των ταινιών του (κάτι που τον οδήγησε σε οικονομική καταστροφή), ώστε να ενσαρκώσει το όραμά του, το όραμα της απόλυτης ελευθερίας, να υπερβεί τις συμβάσεις, «να χτίσει τη δική του Οκτάνα», σύμφωνα με τον Σολδάτο.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Από το ΒΗΜΑ, 03/12/2000

veggos5

 

Κινηματογράφος «Αστυ» – 02/12/1962

Ο Θανάσης Βέγγος κατά τη διάρκεια ειδικής τελετής, η οποία λαμβάνει χώρα στον κινηματογράφο «Άστυ», όπου πραγματοποιείθηκε η απονομή των κριτικών κινηματογράφου Αθηνών. Βραβεία απονεμήθηκαν στον σκηνοθέτη Βασίλη Μάρο για την ταινία του «Τραγωδία στο Αιγαίο», στον ηθοποιό Αλέκο Αλεξανδράκη για την ερμηνεία του στην ταινία «Συνοικία το όνειρο», στον σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη για την ταινία του «Μην ερωτεύεσαι το Σάββατο», στην ηθοποιό Βούλα Χαριλάου για την ερμηνεία της στην ταινία «Εφιάλτης», στον ηθοποιό Θανάση Βέγγο για το σύνολο των ρόλων του, καθώς στην ηθοποιό Μάρθα Βούρτση για την ερμηνεία της στην ταινία «Προδομένη αγάπη». Τα βραβεία απονεμήθηκαν από τον Διευθυντή Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Γεώργιο Κουρνούτο.

Απόσπασμα από την εκπομπή του ΑΝΤ1 Χριστούγεννα στα χιόνια (1990)

source

 

GLYFADA METROPOLITANS