“ΤΟ ΚΟΥΡΕΛΑΚΙ” – της Μαρίας Μελέκου

Γράφει η Κοινωνική Λειτουργός, Μαρία Μελέκου

|| ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ ||

 

… Παρατημένο στο ίδιο σημείο, να χαϊδεύει το ένα μπράτσο του καναπέ. Συναντιόμαστε με τρόπο οξύμωρο στη φόρτιση της κάθε ημέρας και αχάραγα της κάθε νύχτας. Οι καταβολές του άγνωστες. Το  πιθανότερο ότι άνηκε  σε μία από τις γυναίκες της οικογένειας.

 Ένα λεπτεπίλεπτο βίντατζ μαντήλι ανάμεσα στο χρώμα της σαμπάνιας και το άχρωμο της ερήμου. Αναρωτιέμαι πώς κατέλαβε τη θέση του εκεί, κουλουριασμένο σε κοινή θέα και ακόμη γιατί δεν έχει φυλαχτεί σε κάποιο συρτάρι ή ντουλάπι.

Το κουρελάκι αυτοβούλως επέλεξε να εκτίθεται, καταλαμβάνοντας το προφανές  σημείο, αδιαφορώντας  αν θα υποτιμηθεί από μένα ή επικείμενους μουσαφίρηδες  για τις ορατές φθορές του χρόνου, τις κάθετες γραμμές  που κοντεύουν να γίνουν τσάκιση, τις σκόνες που αμαυρώνουν  την πρωτογενή του υπόσταση. Ενδεχομένως  αμφέβαλλε  για τη σύνθεσή του όλο αυτό το διάστημα, πολύ περισσότερο υπερτίμησε  την αξία εκείνων που το φόρεσαν, ώστε οι αμφιβολίες του συνυφαίνονται ως  μπλεγμένες χαλκομανίες στους μικροσκοπικούς του κόμπους.

Το παράδοξο είναι ότι άργησα να του δώσω σημασία. Η  γνωριμία μας ξεκίνησε μόλις πρόσφατα, μία από εκείνες τις ενοχλητικά ζεστές νύχτες του θέρους, με το κλείσιμο της καθημερινής ρουτίνας. Κάθισα επίτηδες δίπλα του για να το περιεργαστώ και εκείνο με άφησε. Η υφή του απαλή βισκόζη, η μυρωδιά του ανάβλυζε λινό, αιγυπτιακό βαμβάκι και ξεθωριασμένο σαπούνι, ένα σύμπλεγμα ευωδιών που απαλύνουν τη μνήμη και οξύνουν τη σκέψη.

Σε  μια στιγμή που μέσα της έκλεινε χιλιάδες άλλες, σχεδόν ταυτίστηκα μαζί του, με τρόπο τέτοιο που ο καθένας εύκολα θα μπορούσε. Αναρωτήθηκα πόσες φορές και σε ποιους έχουμε επιτρέψει να μας φορέσουν. Βλέπετε υπάρχουν πάντοτε εκείνοι  που ενσυνείδητα ή μη, δημιουργούν συνθήκες απαίτησης. Τους συναντούμε παντού: στη δουλειά, την οικογένεια, τις δημόσιες ή ακόμη και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Και ενώ δεν το επιθυμούμε, τους αφήνουμε  να μας μεταχειριστούν, συχνά με τρόπο αδέξιο και ακούσιο. Σε αυτή την περίπτωση δεν φταίνε αυτοί, οι  ασήμαντοι ή σημαντικοί  δισυπόστατοι άλλοι για τις κλωστές που μας λείπουν ή το μικρό ανεπαίσθητο κομματάκι που έχει φθαρεί αλλά ωστόσο αυτή η φθορά μας προσβάλλει. Αρκεί να γνωρίζουμε ότι αν τους επιτρέψουμε μία φορά, νοερά και αθόρυβα πάντοτε θα επιστρέφουν με μεγαλύτερη ένταση.

Και εμείς;

Εμείς ποιους έχουμε φορέσει τελικά; Μήπως  αυτό είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία; Ίσως ένα ρούχο να μην μας πηγαίνει ή να μην του ταιριάζουμε εμείς αντιστοίχως. Πολλές φορές το ένδυμα μπορεί να είναι ωραίο αλλά να κρίνεται ασύμβατο με το άτομο.

Σημαντικό θα ήταν να έχουμε το νου μας ώστε να μην το κακοποιήσουμε την ώρα της δοκιμής αλλά πολύ περισσότερο να μην επιχειρήσουμε να το μεταποιήσουμε γιατί τα μπαλώματα πληγώνουν και το ρούχο θα αποσυρθεί θυμωμένο σε μια  ντουλάπα.

Και αν ποτέ αυτό το ρούχο τύχει να είναι ένα απροσδιορίστου προελεύσεως κουρελάκι, μην προσπαθήσετε να το εξαγνίσετε με μπουγάδα, μην το αφήσετε να ξεθωριάσει στον ήλιο, μην το θάψετε σε κάποιο συρτάρι με πεθαμένες λεβάντες. Αφήστε το να είναι εκεί που επέλεξε, με τις ίδιες μυρωδιές, τις  πεπαλαιωμένες ενδιαφέρουσες υφές και με όλες του τις κλωστές ανέγγιχτες.

Και με έναν τρόπο κατάλαβα σε μία  καθόλα διαλείπουσα στιγμή με αφηρημένες και πολυσήμαντες σκέψεις ότι το κουρελάκι μου πρέπει να μείνει εκεί, χυμένο πάνω στο μπράτσο του καναπέ που επέλεξε, να μην φοβηθεί ότι θα ξαναφορεθεί ή θα βανδαλιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, ακολουθώντας την τυπική ρουτίνα να χαιρετιόμαστε κάθε όποτε η γη γυρίζει.

 

Glyfada Metropolitans Logo

Διαβάστε ΕΔΩ όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για την καλή μας ψυχολογία