Φτάσε όπου δεν μπορείς»  είχε πει ο μεγάλος Καζαντζάκης στην Αναφορά  του στο Γκρέκο, φράση που με κάνει ν’ αναρωτιέμαι: Άραγε πόσες αρχές και πόσους επιλόγους χωράει ένα τέτοιο ταξίδι; Όσες και όσους αντέχουμε προκειμένου να είμαστε εμείς, να μην εφησυχάζουμε στο απάγκιο της βόλεψης και της ανίας, να βάζουμε στο μυαλό νέες ιδέες και στη γλώσσα τις σωστές λέξεις, στην ψυχή τη φλόγα και στη ματιά νέα πορεία πλεύσης.”

 

 

 

“Το 1954 σε μία γαλλική ραδιοφωνική εκπομπή ο δημοσιογράφος Robert Sadoul ρώτησε τον Νίκο Καζαντζάκη  πιο πράγμα είχε τη μεγαλύτερη επίδραση στη ζωή του και εκείνος απάντησε: « Τα Όνειρα και τα Ταξίδια. Ένας Αρχαίος Αιγύπτιος είχε πει ‘’ Μακάριος ο Άνθρωπος που είδε το πιο πολύ νερό στη ζωή του’’…..Βλέπετε αυτό προσπαθώ να κάνω κι’ εγώ, να δω όσο πιο πολύ νερό και όσο πιο πολύ γη προτού πεθάνω»

 

Το όνειρο του ταξιδιού κοιμάται στις καρδιές όλων μας. Όσοι κρατούν το βλέμμα μακριά στον ορίζοντα ανήκουν στον Σκοπό και όσοι κοιτούν το Λιμάνι ανήκουν στον Άνθρωπο. Σιωπηλός μάρτυρας η πυξίδα στις τσέπες τους.

Όλοι οι καλοί ταξιδευτές ήταν ανέκαθεν οι αλαφροΐσκιωτοι, οι παθιασμένοι με τ’ όνειρο, οι ασυμβίβαστοι του μέτριου,  οι αμαρτωλοί του χτες και οι άγιοι του σήμερα, μα πολύ περισσότερο εκείνοι που μετουσίωσαν τις ελλείψεις και τις αμυχές τους, σε ένα δυνατότερο, εξαγνισμένο εαυτό.

Και ενώ η ενσάρκωση του ταξιδιού προϋποθέτει  όνειρο, τ’ όνειρο το ίδιο θα φυλλορροήσει, εάν ο κάτοχός του δεν επιτρέψει στον ίδιο την κάθαρση μέσα από ένα μαγικό μονοπάτι: Αυτό της Επούλωσης. Σε ότι ράγισε,  ότι άλλαξε και εξωραΐστηκε, στην επανασύνδεση με τον χαμένο  εαυτό  και το τέλος της αποπροσωποίησης που τόσο ύπουλα μπορεί να εκφυλίσει την υπόσταση του καθενός μας.

Η δική μου προσωπική επούλωση περιστρέφεται γύρω από τη φαντασία που κουβαλά ένα όνειρο, το ίδιο ακριβώς όνειρο που έρχεται  συχνά πυκνά για να μου υπενθυμίσει όσα έχω ξεχάσει και όσα  χρειάζεται να θυμηθώ από την αρχή. Αισθάνομαι ότι εξέρχομαι από μία τυπική  καθημερινότητα και ξαφνικά βρίσκομαι εντός μίας βαθιάς αλλά ήρεμης και πεντακάθαρης θάλασσας που με τραβάει προς τα κάτω. Πράγματι δεν έχω δει τόσο πολύ νερό στη ζωή μου. Αφήνοντας  το να  με παρασύρει στη δύνη του, μου επιστρέφει μ’ ένα μαγικό τρόπο όλα εκείνα που είχα σταματήσει να βλέπω ή δεν έβλεπα καθόλου: όλα τα τελειωμένα και όλα τα ατέλευτα, όλα τα λάθη και  όλα τα σωστά, τα μικρά και μεγάλα, τα δίκαια και τα άδικα. Οι ρωγμές παρέμειναν όλες στη θέση τους, διαφορετικά ο εξαγνισμός δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα, όμως  το νερό μου πήρε όλα τα βαρίδια, επιτρέποντας μου την άνοδο στην επιφάνεια.

Πίσω στην ακτή με περίμενε μία γυναίκα δίχως πρόσωπο. Έστεκε  εκεί αμίλητη και ανευχάριστη κλείνοντας το δρόμο της επιστροφής. Με το ένα της χέρι μου έδειχνε τη θάλασσα ως  μοναδικό τρόπο διαφυγής, ενώ με το άλλο κρατούσε ένα καλάθι με φαγητό, το οποίο μου  προσέφερε σχεδόν απηυδισμένη. Κάθισε  δίπλα μου αμίλητη, και περίμενε, πόσο υπομονετικά περίμενε, μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Και ήταν εκείνη ακριβώς η στιγμή που ένιωσα τη ζεστασιά της ασφάλειας και της φροντίδας να κατατμίζει εντός μου  ότι δεν  είχε προλάβει καλά καλά  να σπάσει,  δημιουργώντας  νέο χώρο, νέα θέση, νέα ύλη. Λίγο πριν βυθιστώ στο όνειρο εντός του ονείρου  άνοιξα τα μάτια μου και στο πρόσωπο εκείνης της γυναίκας αναγνώρισα το δικό μου. Ξυπνώντας τελείως  κατάλαβα ότι η λογική είναι χολή όταν στερείται φαντασίας και ότι το όνειρο  είναι ο μονόδρομος της νηφαλιότητας.

«Φτάσε όπου δεν μπορείς»  είχε πει ο μεγάλος Καζαντζάκης στην Αναφορά  του στο Γκρέκο, φράση που με κάνει ν’ αναρωτιέμαι: Άραγε πόσες αρχές και πόσους επιλόγους χωράει ένα τέτοιο ταξίδι;  Όσες και όσους αντέχουμε  προκειμένου να είμαστε εμείς, να μην εφησυχάζουμε στο απάγκιο της βόλεψης και της ανίας, να βάζουμε στο μυαλό νέες ιδέες και στη γλώσσα τις σωστές λέξεις, στην ψυχή τη φλόγα και στη ματιά νέα πορεία πλεύσης.”

 

Ευχαριστούμε την Κοινωνική Λειτουργό Μαρία Μελέκου για τις πληροφορίες.