|| Άποψη ||

 

Εχεις περπατήσει ποτέ σου ξημερώματα στην Πανεπιστημίου τον Αύγουστο; Μεσάνυχτα στην Πλάκα Χριστούγεννα· Κυριακή βράδυ, ένα φθινόπωρο στην Ηφαίστου. Ίσως πάλι, μια βόλτα με τ’ αμάξι πρώτα στον Λυκαβηττό κι έπειτα, λίγο πριν βγεις παραλιακή, απ’ τον παράδρομο της Συγγρού. Ακόμη, μια βόλτα στην Ερμού, τον Δεκέμβρη του 2014 καταμεσής της κρίσης· ένας βραδινός παρακινδυνευμένος περίπατος, τάχα μου και δήθεν για άσκηση, στο Γκάζι μια νύχτα της καραντίνας. Η Αθήνα μόνη κι έρημη που, σε αντίθεση με άλλες πόλεις, ποτέ της δεν είχε ανάγκη τους κατοίκους της για να υπάρξει· συνήθισε κι αυτή, μαζί με “μάς”, στην κατοχή, τον εμφύλιο και την βία.

 

  Η αιώνια Αθήνα, καταδικασμένη να την ταΐζουν τα μάρμαρά της, τα νοτισμένα απ’ την προδοσία και την σήψη των ψυχών, που απέμειναν να στολίζουν τους βυθούς του Αιγαίου. Και, παρ’ όλα αυτά, τούτη η πόλη έχει κάτι που σε μαγνητίζει· το φως. Γιατί, διαφορετικά από την πόλη του φωτός, τούτη η Νότια μητρόπολη λούζεται απ’ το ολόχρυσο φως του ήλιου, κι όχι απ’ το άψυχο, χλωροφορμισμένο ηλεκτρικό. Κι αν κανείς ρωτήσει εμάς να σου πούμε δυο λόγια για ‘κείνη, καλή κουβέντα δεν θα βρούμε· όμως, έχει τον τρόπο της, άμα κάποιος ξενιτευτεί, να τον κάνει να την νοσταλγήσει και να τον φέρει πίσω.

 

  Είναι που όλα τα κάνει να μοιάζουν οικεία· σαν να ήταν εκεί ανέκαθεν. Ανοίγει την αγκαλιά της και μας δέχεται όλους και όλα. Τίποτε δεν μοιάζει ξένο στο τοπίο της· έχει μάθει πια να ντύνει τις γειτονιές της ανάλογα με τις περιστάσεις και να μεταμορφώνεται· να κρύβει τους φυγάδες, να φανερώνει τους προδότες, να τονίζει τους λιγότερο ευνοημένους, να φωνάζει όταν τα παιδιά σκοτώνονται και να σωπαίνει όταν περνά ο λατερνατζής. Η Αθήνα δεν φοβάται να καεί, γιατί απλά ξέρει ότι μονάχα μέσα από τις στάχτες της μπορεί να ξαναγεννηθεί· και θυμάται πως ήταν, και ξέρει πως της αρμόζει να γίνει.

 

  Ήταν και θα παραμείνει για πάντα μια κούκλα μπαμπούσκα που μέσα της θα κρύβονται όλες οι εποχές της, όλες της οι περσόνες, όλες οι συμφορές, οι διεκδικήσεις, οι χαμοί και οι επαναστάσεις της· όλη της η ιστορία. Και, όλη αυτή της η πολυμορφία, η αρχιτεκτονική, η πολυπολιτισμικότητα θα την κρατούν βιώσιμη κάθε φορά που ο κόσμος θα βυθίζεται στο έρεβος. Έτσι είναι, ο ήλιος γεννά το φως στην Ακρόπολη, κι έπειτα μες απ’ τις κεραίες του Παρθενώνα διαχέεται η λάμψη και η ζωή κυλά χειμαρρώδης στους ακτινωτούς κεντρικούς δρόμους προς τις ακτές της.

 

  Τα κλειδιά τούτης της πόλης αλλάξαν πολλές φορές χέρια, κατά την διάρκεια της ιστορίας, κι εξακολουθούν ν’ αλλάζουν. Όμως, αυτό που όλοι οι κλειδοκράτορες λησμόνησαν και λησμονούν είναι πως δεν υπάρχει πόρτα· δεν υπάρχουν πλέον τείχη. Η Αθήνα, η Ελλάδα, η γης ολάκερη δεν έχουνε κατοίκους, παρά μόνο φιλοξενούμενους· δεν ανήκουν σε κανέναν. Κι όποιος επιχείρησε να κατακτήσει τον κόσμο, στο τέλος θάφτηκε κάτω από αυτόν.

 

 

 

Ευχαριστούμε την κ. Αδαμοπούλου για τις πληροφορίες και τον σχεδιασμό των εικαστικών του άρθρου.

Η Μαριάννα Αδαμοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Λονδίνο Art & Design κι έκτοτε ασχολείται ενεργά με το Graphic Design. Ακόμη, είναι μουσικός καθώς και συγγραφέας, έχοντας γράψει, μεταξύ άλλων, το Best Seller «Η Πόρνη» εκδόσεις iWrite, Αθήνα 2018.

 

follow us on twitter