«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που ζούσε στην όχθη ενός ποταμού, μόνο του…»

Κάθε Τετάρτη στο Γλυφάδα metropolitans, μάς ενημερώνει η ψυχολόγος Αριάδνη Α. Λοράνδου (a.lorandou@gmail.com)

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που ζούσε στην όχθη ενός ποταμού, μόνο του. Κάποιοι θα έλεγαν πως έμοιαζε σαν αγρίμι, κάποιοι ως ζώο. Όμως αυτό το παιδί ζούσε τον εαυτό του τον οποίο έτρεφε με τροφή και τρέφον (η ψυχή). Κινούσε κάθε διαδικασία για την επιβίωση του, τις αισθήσεις, τη φαντασία, την διάνοια του. Δρούσε με όλη του την ενέργεια σε οτιδήποτε χρειαζόταν να κάνει ώστε να απεγκλωβίζεται από την μοναξιά, να μικραίνει τους φόβους, να μηδενίζει την οκνηρία του. Παρόλο που το παιδί ζούσε μόνο του στην όχθη αυτή, τα μάτια του ποτέ δεν στρέφονταν πάνω του, αντιθέτως ήταν στραμμένα στην ομορφιά της φύσης, στα χρώματα και στους ήχους της. Κάπως έτσι μπορούσε να βλέπει, να μυρίζει, να αισθάνεται, να αγγίζει, να σκέφτεται, με σεβασμό σε αυτό που του δινόταν κάθε στιγμή. Ο καθρέφτης του ήταν ο χαρακτήρας του. Ένας χαρακτήρας δίχως υποκατάστατα όπως το εγωιστικό Εγώ, παρόλο που το παιδί ήταν μόνο του.

Μια ημέρα πίνοντας νερό στην άκρη του ποταμού, άκουσε μια φωνή από την αντίπερα όχθη να τον προσκαλεί. Η φωνή φάνταζε φιλική και ενθουσιώδης. Το παιδί σηκώθηκε και ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα δίχως φόβο, δίχως οκνηρία, μόνο με το τρέφον του. Αποφάσισε με λαχτάρα στην καρδιά να περάσει απέναντι. Εκεί συνάντησε μία ομάδα ανθρώπων όπου όλοι το κοιτούσαν καχύποπτα, φοβισμένα, συναισθήματα άγνωστα για το παιδί μέχρι εκείνη την στιγμή. Οι ημέρες κυλούσαν όπως η ροή του ποταμού, μόνο που η ροή ήταν χειμαρρώδης και το παιδί μέρα με τη μέρα ξεχνούσε την ομορφιά που είχε γνωρίσει, ξεχνούσε τις αισθήσεις, την διάνοια της ψυχής του διότι η ομάδα έβαζε εμπόδια στην καθαρότητα του χαρακτήρα του. Για να μπορεί να ζει μαζί τους «έπρεπε» να ενταχθεί στο σύνολο. Έπρεπε να δέχεται από επιβολή την παράλογη ανισότητα, την απληστία, την αναισθησία. Η ομάδα αποφάσιζε άναρχα, απερίσκεπτα, ανελεύθερα δίχως να υπολογίζει τον χαρακτήρα.

Το παιδί δεν άντεχε και για να μπορέσει να επιβιώσει απέκτησε προσκολλήσεις. Προσκολλήθηκε στις απόψεις των άλλων, προσκολλήθηκε σε άλλους ανθρώπους, προσκολλήθηκε σε ιδέες επιβολής, προσκολλήθηκε στον εαυτό του όπου κάποτε τα μάτια του ήταν στραμμένα αλλού, προσκολλήθηκε στην ύλη, στην νίκη, με άλλα λόγια σκλαβώθηκε. Ο χαρακτήρας του παιδιού άρχισε να γίνεται βίαιος, οξύθυμος, άπληστος, δίχως συνείδηση. Άθελα του ξέχασε την αυθεντικότητα του. Μέρα με τη μέρα μελαγχολούσε, ξεχνούσε. Η μελαγχολία έφερε θλίψη, πόνο και φόβους.

Τότε η ομάδα αποφάσισε πως αυτό το παιδί υστερεί, πως δεν είναι τέλειο και πως είναι μάταιο να το έχουν πλέον στην ομάδα τους. Παρα ήταν αδύναμο και προκαλούσε σύγχυση η αβεβαιότητα του στην «Τέλεια Ομάδα»! Άλλαξαν την πορεία αυτού του παιδιού με όπλο την επιβολή άχρηστων πραγμάτων και τώρα αποτελούσε για εκείνους, «άχρηστο» μέλος………..

Αυτοί θαρρούν πως έζησαν καλά και εκείνο επέστρεψε στην αρχή, στην όχθη όπου ζούσε, εκεί όπου υπήρχε η πραγματική ομορφιά, εκεί που μπορούσε να ξαναβρεί τον χαρακτήρα του, εκεί όπου το ίδιο θα δημιουργούσε μία ομάδα ανιδιοτέλειας».

 

 

GLYFADA METROPOLITANSΕυχαριστούμε την κ. Λοράνδου.

Διαβάστε ΕΔΩ όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για την καλή μας ψυχολογία

follow us on twitter