Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΜΕΛΕΚΟΥ, Κοινωνική λειτουργός

|| αποκλειστικό ||

Χριστουγεννιάτικη αληθινή ιστορία: «έχετε ένα ευρώ;»red-ball

Λένε ότι όσο μεγαλώνεις  δεν ενθουσιάζεσαι εύκολα…

Με  τις εμπειρίες  και τα χρόνια, λιγότερα είναι εκείνα τα πράγματα που θα σου  κινήσουν το ενδιαφέρον, θα σου κάνουν εντύπωση. Μπορεί ωστόσο, να έχουμε διατηρήσει εκείνα τα στοιχεία της ενθουσιώδους  αφέλειας και της παιδικότητας, όμως οι άμυνες  και η απροσφορότητά, να μη μας αφήνουν  να τα εκφράσουμε στους γύρω μας.

Και σε ‘μένα νομίζω συμβαίνει το ίδιο. Όμως αραιά και που, γίνεται κάτι που σου τραβάει την προσοχή, σε εκπλήττει, σε κάνει να απορείς  και να λες, τελικά σε αυτή τη ζωή υπάρχει φως, κυκλοφορούν και θαυμαστοί, υπέροχοι άνθρωποι ανάμεσά μας.

Τίποτα περισσότερο δεν θαύμασα, από εκείνους που διαχειρίζονται τη μοναξιά τους με αξιοπρέπεια.

Ένας από αυτούς ήταν και ο Αβραάμ, ένα γλυκύτατο γεροντάκι, λιγνό και κοντό που περιφέρονταν στους δρόμους του Ηρακλείου. Απ’ ότι έγινε  γνωστό μεταγενέστερα,  εκείνος διέμενε στο δημόσιο γηροκομείο της πόλης, καθώς σύμφωνα με τις φήμες, οι δικοί του υφάρπαξαν όλη του την περιουσία και μετά τον  «τοποθέτησαν»  σε ένα κέντρο φροντίδας.

Ο Αβραάμ δεν είχε κινητικά προβλήματα, ούτε διαταραχές στον προσανατολισμό του. Ήξερε που βρίσκονταν και τι έκανε. Όμως, μία αρχόμενη άνοια, ήταν εμφανώς προ των πυλών.

πλατείαΣχεδόν κάθε πρωί, όποιος τύχαινε να περνάει από την πλατεία των Λιονταριών, έβλεπε αυτή την ανθρώπινη καρικατούρα να περιφέρεται στις γύρω καφετέριες και να επαιτεί.

Το σλόγκαν ίδιο και απαράλλαχτο: «έχετε ένα ευρώ;»

Δεν ξέρω πόσα ευρώ έβαζε στην τσέπη του καρό σακακιού του ο Αβραάμ, όμως σίγουρα ήταν μία από τις κατεξοχήν αγαπητές φιγούρες, τόσο για τους Ηρακλιώτες, όσο και για τους φοιτητές της πόλης.

Η πρώτη μας γνωριμία, έγινε σε ένα καφέ επί της οδού Κοραή (γνωστό δρόμο με χώρους εστίασης στο  κέντρο του Ηρακλείου). Εγώ, έπινα καφέ με φίλους, ο Αβραάμ «κερνούσε» τη γνωστή του ατάκα. Μέχρι που εντέλει μού έκανε τη συνηθισμένη ερώτηση…

Καθώς έψαχνα στην τσάντα –ταγάρι και είχα ήδη αρχίσει να εκνευρίζομαι που έβρισκα όλα τα υπόλοιπα κέρματα πλην του ευρώ, του λέω:

-συγνώμη, δεν έχω ένα ευρώ, θέλετε να σας το δώσω σε ψιλά;

                          -όχι, θέλω ένα ευρω.

                          – Μήπως θέλετε δύο ευρώ;

                          – όχι, σας είπα ένα ευρώ θέλω μόνο.

Αλλά βέβαια ο Αβραάμ, ήταν και με τα φεγγάρια  του.

Κάποια άλλη στιγμή που συναντηθήκαμε στην μικρή  Έβάνς, έξω από μία τράπεζα, με πλησίασε και ξαναέπαιξε τη γνωστή του κασέτα!

χριστούγενναΔεν ξέρω πώς έτυχε, όμως για δεύτερη πάλι φορά δεν είχα αυτό το πολυπόθητο ένα (ευρώ) …

  • Δυστυχώς, έχω πέντε ευρώ
  • Και γιατί δυστυχώς; Τόσο το καλύτερο!
  • Μα, πώς; Εσείς δεν είπατε ότι παίρνετε μόνο ένα ευρώ;
  • Και ένα και δύο και πέντε!!

Κρατήθηκα για να μην γελάσω, όμως για την τιμή της ιστορίας οφείλω να αναφέρω ότι δεν του τα έδωσα. Ούσα φοιτήτρια και με περιορισμένο budget ήταν αδύνατον να τον συνδράμω.

Ο καιρός πέρασε και είχαν έρθει τα χριστούγεννα. Εγώ θα τελείωνα την ακαδημαϊκή μου εκπαίδευση. Έκανα πρακτική άσκηση σε ένα κέντρο παιδικής προστασίας σε μία συνοικία του Ηρακλείου. Ένα μεσημέρι, που κοιτούσα έξω από το παράθυρο, εκεί, στην πράσινη καγκελένια πόρτα, κοντοστεκότανε ένα γνώριμο κοντοπίθαρο  ανθρωπάκι. Κατεβαίνει  η λογίστρια να δει ποιος είναι. Του προτείνει να μπει μέσα, μα εκείνος αρνήθηκε. Της έδωσε μία τσάντα με κάτι πράγματα μέσα και έφυγε.

Η αστεία φυσιογνωμία δεν ήταν άλλη από τον Αβραάμ.

  • Ο κύριος Αβραάμ δεν ήταν αυτός; Την ρώτησα.
  • Ναι. Μου έδωσε μία τσάντα γεμάτη χριστουγεννιάτικες κούπες και  κάλτσες για τα κορίτσια μας. Τα πήρε από το μαγαζί με… τα 1 ευρώ…

Εκείνη την ώρα τα έχασα, ένιωσα τόσο μικρή και ασήμαντη απέναντι σε αυτό το πλάσμα. Απίστευτο, να μαζεύει όλα του τα βαλάντια και να τα δίνει για ωφέλεια κάποιων άλλων. Και στην προκειμένη περίπτωση, παιδιών.

  • Και γιατί δεν δέχτηκε, να έρθει μέσα να τον τρατάρουμε κάτι;
  • Έτσι κάνει κάθε χρόνο. Έρχεται τέτοια ώρα, αλλά φεύγει γρήγορα, γιατί τον περιμένουν στο γηροκομείο…
  • Μένει σε γηροκομείο;
  • Ναι. Μην τον βλέπεις έτσι τώρα. Κάποτε ήταν λεβαντάνθρωπος. Είχε και μία σεβαστή περιουσία. Όταν, άρχισε λίγο – λίγο να τα χάνει, οι δικοί του τον έβαλαν να τους τη μεταβιβάσει και … τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Η τελευταία φορά που τον είδα, ήταν όταν έδωσε το μεροκάματο της ημέρας σε δύο παιδάκια ρομά  που επίσης επαιτούσαν εκεί κοντά. Επιπλέον  τους αγόρασε χυμό και τυρόπιτες.

Χριστουγεννιάτικη αληθινή ιστορίΑπό τότε δεν τον ξαναείδα, έφυγα από το Ηράκλειο, κατά διαστήματα όμως ρωτούσα τους Ηρακλιώτες φίλους μου. Κάποια στιγμή, μου είπαν ότι μάλλον έκανε φτερά και μας την έσκασε.

Μπορεί να μην με ήξερε και το σίγουρο ήταν ότι δεν θα με θυμότανε, εξάλλου τόσο κόσμο έβλεπε κάθε μέρα. Ωστόσο, με έκανε να δώσω σημασία, να δείξω ενδιαφέρον.

Αυτό το ανθρωπάκι με το μικρό πρόσωπο, τα μεγάλα αυτιά και το καρό σακάκι με γέμισε θαυμασμό, ελπίδα και όνειρα. Θαυμασμό για την ψυχή του, ελπίδα για την ανθρωπιά του και όνειρα ότι μπορείς να δημιουργείς και να προσφέρεις προς τιμήν τέτοιων ανθρώπων.

Μόνο από τη δική μας την πλευρά… να μην τους θυμόμαστε μόνο τα Χριστούγεννα.

Ο γλυκός Αβραάμ, είμαι σίγουρη ότι έκανε τα δικά του μικρά «θαύματα» όλο το χρόνο.

Και  αν ποτέ τύχει να περάσετε από Ηράκλειο, ρωτήστε τους ντόπιους εκεί…

Είναι βέβαιον ότι όλοι τον ξέρουν!!

 

ΓΛΥΦΑΔΑ METROPOLITANSΓια το Γλυφάδα metropolitans:

|| ΜΑΡΙΑ ΜΕΛΕΚΟΥ ||

Κοινωνική λειτουργός